Κατάγματα Σπονδυλικής Στήλης

H σπονδυλική στήλη προστατεύει τα εσωτερικά όργανα και τον νωτιαίο μυελό, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει την κίνηση. Είναι δε εξαιρετικά σταθερή, δηλαδή ισχυρή, και απαιτείται μεγάλη δύναμη για να προκληθεί σπονδυλικό κάταγμα. Αποτελείται από 24 σπόνδυλους που μαζί με το ιερό οστό και ένα σύνθετο σύστημα συνδέσμων και μυών συνιστούν ένα ελαστικό σύστημα που μπορεί να απορροφήσει την μεγάλη ενέργεια μέχρι να προκληθεί κάταγμα.

Τα περισσότερα κατάγματα εμφανίζονται σε δύο ακραίες ηλικιακές ομάδες. Στους νέους ανθρώπους που είναι αποτέλεσμα μεγάλης βίας(τροχαίο ατύχημα, βουτιά σε ρηχά νερά, πτώση από ύψος, ακραίος αθλητισμός κτλ) και στους ηλικιωμένους που πάσχουν από οστεοπόρωση με συνήθως πολύ μικρότερη βία.

Ένας στους δύο ασθενείς εμφανίζει παράλληλα και έναν δεύτερο τραυματισμό σε κάποια άλλο μέρος του σώματος και στο 20% των ασθενών υπάρχουν περισσότερα του ενός κατάγματα σπονδύλων. Αν και η πιθανότητα να προκληθεί νευρολογική κάκωση (κάκωση του νωτιαίου μυελού) αυξάνεται σημαντικά αυξανομένης της ενέργειας του τραυματισμού, η πιθανότητα νευρολογικής βλάβης είναι χαμηλή. Τα πιο συνηθισμένα σπονδυλικά κατάγματα είναι στην οσφυϊκή μοίρα ή στη θωρακοσφυΪκή συμβολή.

Εκτός από τα κατάγματα μετά από τραυματισμό, υπάρχουν επίσης τα αποκαλούμενα παθολογικά κατάγματα, λόγω οστεοπόρωσης ή οστεομαλακίας (έλλειψης βιταμίνης D), πρωτοπαθούς ή και μεταστατικού καρκίνου της σπονδυλικής στήλης, σπονδυλίτιδας (φλεγμονή των οστών) κτλ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το σπονδυλικό κάταγμα εμφανίζεται σε ελάχιστη ή και καθόλου βία.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Το βασικό σύμπτωμα είναι ο πόνος στην περιοχή του σπασμένου σπονδύλου και τα παρακείμενα τμήματα της σπονδυλικής στήλης, μαζί με περιορισμό της κινητικότητάς της σπονδυλικής στήλης. Εάν πιέζεται κάποιο νεύρο τότε ο πόνος ακολουθεί την πορεία του νεύρου στο πόδι ή στο χέρι. Εάν πιέζεται ο νωτιαίος μυελός τότε εμφανίζεται και η ανάλογης έκτασης βλάβη της κινητικής ή της αισθητικής λειτουργικότητας η οποία μπορεί να είναι προσωρινή ή και μόνιμη.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση περιλαμβάνει την λεπτομερή λήψη του ιστορικού από τον γιατρό. Απαραίτητη είναι η γνώση του τρόπου του τραυματισμού, της ενέργειας αυτού, των συνθηκών και οποιαδήποτε λεπτομέρειας που μπορεί να προσδιορίσει τον τύπο του κατάγματος και την έκταση της βλάβης πριν ακόμα από τον ακτινολογικό έλεγχο. Ακολουθεί αναλυτική φυσική και νευρολογική εξέταση και τέλος η ακτινολογική απεικόνιση.

Κατά την κλινική εξέταση, ο γιατρός ελέγχει εάν είναι δυνατή η βάδιση και γενικά την μυϊκή ισχύ και δευτερευόντως ελέγχεται η αισθητικότητα και τα αντανακλαστικά των άνω και κάτω άκρων. Στην φάση αυτή προσδιορίζεται και ο βαθμός βλάβης του νωτιαίου μυελού, αν δηλαδή είναι μερικής ή ολικής βλάβης, πράγμα που καθορίζει την αναγκαιότητα άμεσου χειρουργείου και προσδιορίζει τη πρόγνωση.

Η τελική διάγνωση μπαίνει με τον ακτινολογικό έλεγχο. Η απλή ακτινογραφία λόγω των περιορισμών στην ποιότητα απεικόνισης έχει εκτοπιστεί από την αξονική τομογραφία, η οποία δίνει πλήρη ανάλυση των οστικών δομών, ακόμα και στις δύσκολες περιοχές, όπως η αυχενο-θωρακική συμβολή. Η μαγνητική τομογραφία είναι σχεδόν πάντα απαραίτητη σε κατάγματα υψηλής βίας για να προσδιορίσει το μέγεθος της βλάβης των συνδέσμων της σπονδυλικής στήλης. Σε κατάγματα χαμηλής βίας όπως τα οστεοπορωτικά βοηθάει στο διαχωρισμό των παλαιών από τα νέα κατάγματα. Σε όλες τις περιπτώσεις που υπάρχει νευρολογικό έλλειμα ή πόνος από πίεση νευρικών στοιχείων, η μαγνητική τομογραφία είναι απαραίτητη για να προσδιορίσει τον τόπο και το μέγεθος της βλάβης.

Υπάρχει μια αδρή ταξινόμηση των καταγμάτων σε σταθερά και ασταθή. Τα ασταθή είναι αυτά που η βλάβη είναι τέτοια που η σπονδυλική στήλη δεν μπορεί να υποστηρίξει το βάρος του σώματος στην όρθια θέση. Στα σταθερά κατάγματα, οι μαλακοί ιστοί και οι σύνδεσμοι δεν έχουν σημαντική βλάβη και ο σπονδυλικός σωλήνας δεν είναι σημαντικά περιορισμένος. Περίπου το 85% όλων των καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης είναι σταθερά κατάγματα και αντιμετωπίζονται χωρίς χειρουργική επέμβαση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική. Η πρώτη αφορά την ακινητοποίηση της σπονδυλικής στήλης σε ένα νάρθηκα/κηδεμόνα και σε δεύτερο χρόνο φυσιοθεραπείες, ενώ η χειρουργική αφορά διαφόρων τύπου επεμβάσεις. Η συνηθέστερη επέμβαση είναι αυτή της  σπονδυλοδεσίας (με μικρές τομές διαδερμικές ή ανοιχτά), αλλά μπορεί να είναι ελάχιστα επεμβατικές όπως είναι η κυφοπλαστική.

Συντηρητική αγωνή

Τα περισσότερα κατάγματα είναι σταθερά και δεν απαιτείται χειρουργείο. Αντιμετωπίζονται με ακινητοποίηση σε κηδεμόνα ή κολάρο (αν είναι στον αυχένα) για 1.5 με 3 μήνες, πολλά παυσίπονα και αποχή από την άρση βάρους και τις κάμψεις της σπονδυλικής στήλης. Όταν πορωθεί το κάταγμα ο ασθενής πρέπει να αρχίσει την αποκατάσταση, κυρίως με ενδυνάμωση του κορμού και αερόβια άσκηση. Ο κλινοστατισμός ακόμα και στα πιο βαριά κατάγματα δεν έχει καμία θέση, αν και ιστορικά θεωρείτο απαραίτητος. Ο λόγος είναι ότι ακόμα και τα πιο σοβαρά κατάγματα, αν είναι σταθερά μπορούν να φορτιστούν άμεσα μέσα σε ένα κηδεμόνα, ενώ το κρεβάτι προκαλεί διάφορες, έως και θανατηφόρες, επιπλοκές.

Χειρουργική αγωγή

Τα κατάγματα που πρέπει να χειρουργηθούν είναι τα κατάγματα-εξαρθρήματα, αυτά που συνοδεύονται από νευρολογική και κυρίως επιδεινωμένη σημειολογία και οι πολυτραυματίες ασθενείς. Ασθενείς που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με κηδεμόνα, όπως πχ παχύσαρκοι ασθενείς είναι επίσης υποψήφιοι για χειρουργική θεραπεία. Υπάρχουν και περιπτώσεις ειδικές όπως οι ασθενείς με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα που επίσης είναι εξ ορισμού χειρουργικοί ασθενείς.

Η κλασσική επέμβαση είναι η σπονδυλοδεσία, που σήμερα γίνεται όλο και περισσότερο διαδερμικά (δηλαδή χωρίς μεγάλες τομές, ελάχιστα επεμβατικά), με ή χωρίς τη βοήθεια πλοήγησης (navigation). Στις περιπτώσεις που ένας σπόνδυλος είναι πολύ κατεστραμμένος ή τα οστικά κομμάτια πιέζουν σε μεγάλο βαθμό τους νευρικούς σχηματισμούς, μπορεί να είναι απαραίτητη η από μπροστά προσπέλαση στη σπονδυλική στήλη και αφαίρεση των οστικών τεμαχίων.

Τα κατάγματα μικρής βίας όπως είναι τα οστεοπορωτικά κατάγματα, σε παραμονή του άλγους παρά την θεραπεία, έχει απόλυτη ένδειξη η ελάχιστα επεμβατική μέθοδος της κυφοπλαστικής. Στην περίπτωση αυτή γίνεται διαδερμική προσέγγιση του κατάγματος με βελόνη και έγχυση οστικού τσιμέντου που ακινητοποιεί ακαριαία το κάταγμα και προκαλεί αναλγησία. Η επέμβαση γίνεται με γενική αναισθησία υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο.

Και στην χειρουργική αντιμετώπιση, μετά από ένα χρονικό διάστημα 2 έως 3 μηνών που είναι συνήθως αρκετό για να πορωθεί το κάταγμα, είναι απαραίτητη η φυσικοθεραπεία για την πλήρη αποκατάσταση. Αυτή αφορά τόσο την ενδυνάμωση των μυών της σπονδυλικής στήλης όσο και της γενικής φυσικής κατάστασης του ασθενούς.